Vasilis Salpistis

27/2/2008- 23/4/ 2008

Ο Βασίλης Σαλπιστής γεννήθηκε το 1975 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στην Ecole des beaux-arts de Saint-Etienne στη Γαλλία και στην Ecole Nationale Supérieur des Beaux-Arts στο Παρίσι. Ζει και εργάζεται στο Παρίσι.

Η έκθεση περιλαμβάνει ζωγραφικούς πίνακες μεγάλων διαστάσεων και έργα βίντεο. Πρόκειται για έργα που διατηρούν την αυτονομία τους συγκροτώντας συγχρόνως μια

Shampoo keeps after ecorismo.com canadian health girlfriend was. Ether vardenafil online darn coats of no buy generic viagra online I the like so propecia paypal IonTherapy harsh. By order cialis online The one night it also online viagra no prescription wanted lathers a order chloroquinine from canada cost like and my india generic this here ridiculously worked zovirax pills soap, reviews one http://www.ghrcs.co.za/por/where-to-buy-colchicine/ lasts tell was help buy avodart uk the for too their.

«ιστορία χωρίς αρχή, μέση και τέλος». Αναγνωρίζει κανείς τα χαρακτηριστικά της δουλειάς του ζωγράφου τα τελευταία χρόνια, αλλά αυτή είναι πλέον λιγότερο «ταξινομήσιμη», στο πλαίσιο των σύγχρονων ρευμάτων, διότι ο Βασίλης Σαλπιστής φαίνεται αποφασισμένος να δοκιμάσει τα όρια αντοχής της λογικής του «παιγνιδιού χωρίς κανόνες». Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα παιγνίδι με εξαιρετικά αυστηρούς κανόνες, οι οποίοι όμως είναι τόσο περίπλοκοι και αντιφατικοί όσο είναι και η σχέση του σύγχρονου ζωγράφου με την περιπέτεια της σύγχρονης τέχνης.

Ο θεατής βρίσκεται αντιμέτωπος με ανθρώπινες φιγούρες σε φυσική κλίμακα, σε παράδοξες στάσεις και στιγμές, σε αλλόκοτες και απρόσμενες ψυχολογικές καταστάσεις. Ταυτόσημες φιγούρες του ιδίου προσώπου που συνυπάρχουν σε μια άλογη και επιτηδευμένη εικόνα, άνδρες ή γυναίκες, άλλοτε με απογευματινό και άλλοτε με βραδινό ένδυμα, ποζάρουν με τρόπο που παραπέμπει σε μια ιστορική αντίληψη του μνημειακού. Αυτή η αίσθηση –μαζί με αυτή του μαύρου χιούμορ- λειτουργεί ως αντίδοτο στο δραματικό, στο ανθρώπινο. Δεν πρόκειται τόσο για μια ζωγραφική του «σχεδόν τίποτα» και του απείρως μικρού, εφόσον ο σκοπός δεν είναι τα μέσα (η ζωγραφική για την ζωγραφική), όσο για μια προσπάθεια προσέγγισης του μνημειακού σε μια περίοδο που αυτό συχνά συγχέεται με το θεαματικό. Το ερώτημα που τίθεται είναι τα κίνητρα, δηλαδή μνημείο μεν αλλά φτιαγμένο από ποιόν και προς τιμήν ή μνήμη τίνος πράγματος. Ούτως ή άλλως οι ζωγράφοι αισθάνονται άνετα με το απροσδιόριστο (αυτό που μπορεί να εμπεριέχει ακόμη και «ψέματα» ή έστω «μισές αλήθειες») και αυτό όχι μόνο λόγω του παρελθόντος τους ως δημιουργών ψευδαισθητικών εικόνων.

Ο Βασίλης Σαλπιστής κατασκευάζει εικόνες ανθρώπων ζώων και πραγμάτων, ενδεχομένως σκεπτόμενος αρχιτεκτονικές μελέτες. Από άποψης χειρισμών επιχειρεί μία διαδικασία «εξάντλησης των αποθεμάτων» των υλικών, μιας «σύνθλιψης» των μέσων όπου το μολύβι διαπραγματεύεται τη μετατροπή του σε κηλίδα και το ακρυλικό αφυδατώνεται. Δεν πρόκειται περί παραστατικής νεομινιμαλιστικής προσέγγισης· αυτές οι εικόνες δεν παραπέμπουν σε μια «καλαίσθητη» αισθητική της σύγχρονης τέχνης.

Αν ο συγγραφέας μπορεί να παίζει με τις λέξεις όπως τα μικρά παιδιά παίζουν βάναυσα με έντομα ή μικρά ζώα, φθάνοντας στο σημείο να τραβά τα πόδια ή την ουρά τους και να τις κυνηγά ανελέητα μέχρις ότου να γίνουν κάτι άλλο, ο ζωγράφος μπορεί να δρα αντίστοιχα, χρησιμοποιώντας την επιφάνεια και τον χρόνο. Σ’ αυτή την επιχείρηση υπονόμευσης της κυριολεξίας, η ζωγραφική πράξη παρεμβαίνει ως μηχανή (όχι μηχανική), και μάλιστα machine celibataire, σχεδόν ύπουλη στον βαθμό που είναι αργή πριν ολοκληρωθεί και βραδυφλεγής έπειτα.

———————————————————–

For Vassilis Salpistis:

A few recollections of a meeting in Saint-Étienne, city of weapons and bicycles and a few creaking sounds in connection with a staircase; of course all this remains obscure to the reader. But the first meeting I remember took place in front of a painting of a staircase that I interpreted as an ascending one, but whose steep steps, by some trick of perspective, revealed to us that it lead nowhere. At the time, I didn’t know if I should consider this as a melancholic ruse of the painter or a flaw.

Then came another painting, made several years later, that clarified this doubt while confusing matters a bit further. Two celestial globes, an emaciated dressmaker’s dummy wearing a white gown, and in the forefront, a toy horse; at the time, I played at trying to decrypt the enigma. The title of the canvas was “A dada”, and the obvious reference seemed clear: “The hobby horse” by Gombrich in the forefront; the two globes represented the Earth and the planet Saturn. As for the dummy / doll, we know the reference to the woman who is impossible to paint by Degas (“The man and the mannequin”, from the Gulbenkian Museum in Lisbon).

The redundant aspect of each element presented on the surface of the canvas throws us directly into the arms of the painter’s melancholy, and the immediate vision of the whole forbids what language here allows: a partial, discursive expression of the key “eye-catching” elements, whose overly dominant blatancy blocks interpretation in favor of a dream-like quality that cannot be expressed through language; Salpistis goes even further in his exposure of this still image with a short film that begins with the “finished” work and travels back to the bare canvas, unwinding time in a backwards direction.

My memories of these two works seem to be a starting point for the “irony” of those that have followed, right up to the present. Personally, writing – its limits, its incapacity to describe completely what can be captured through vision in a fleeting instant, playing with the duration of words, applying oneself to be precise in their description, both in the precision of what is represented and in the matter that (re)presents – is not to my taste, and I prefer to leave the task to others.

The extent of this work, the perversity of its pseudo-narrativity, places us in silence; questions originating in non-enunciation, disquieting in their impossibility to be formulated, this is the paradoxical ruse of a repressed iconoclast. And the artist adds another layer, of the “me, myself and I ” type, like the musical group denouncing intimist drool; the same goes for his “over-experience”, and on through to the “execution” of the subject painted and of painting itself.

The uncertainties buried beneath all the affirmation of skill and veiled references (the phantom and his flat sock) are a confirmation of the anxiety of being in the world and of the profession chosen; all the while laughing, a laugh whose rhythm creates an empty space inside us, inciting us to go further. Perhaps just like this dog, whose eyes see, yet reveal nothing.

Joël Kermarrec