Marina Abramovic – A Retrospective

 

17/10/2007 – 15/12/2007

PRESENT – PAST – PRESENT

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 η Marina Abramović πρωτοστάτησε στη χρήση της performance ως μορφή εικαστικής τέχνης. Το σώμα της ήταν πάντοτε το μέσον και το αντικείμενο. Εξερευνώντας τα φυσικά και πνευματικά όρια της ύπαρξής της, έχει υποβάλλει τον εαυτό της σε δοκιμασίες πόνου, στέρησης, κινδύνου, προσπαθώντας να μεταφερθεί σε ακραίες και μοναδικές καταστάσεις συναισθηματικής και πνευματικής εμπειρίας.

Σε αυτή την Αναδρομική Έκθεση θα παρουσιασθούν πολλές από τις σημαντικότερες performances της για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ιστορικά έργα που το κοινό θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει μέσα από προβολές ταινιών και φωτογραφιών.

H Marina Abramovic προσέγγισε την καλλιτεχνική δημιουργία μέσα από μια σειρά δράσεων, με πρωταγωνίστρια την ίδια, οι οποίες ξεχωρίζουν για τη σκληρότητα και τη βιαιότητά τους αλλά και για το βαθιά πνευματικό τους περιεχόμενο και τους κοινωνικούς προβληματισμούς που αγγίζουν.

Για να εκφράσει τη σύζευξη του σώματος και της ψυχής και να μεταδώσει στο θεατή την εμπειρία της πνευματικής αντοχής στη σωματική καταπόνηση, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει το ίδιο της το σώμα: να αυτομαστιγωθεί, να χαρακωθεί με μαχαίρι, να πάρει ψυχοφάρμακα, να ξαπλώσει ανάμεσα σε φλόγες ή να γυμνωθεί πάνω σε πάγο, παρουσία του κοινού.

Μέσα από αυτές τις σωματικές διαδικασίες, ανιχνεύει τα όρια της σωματικής αντοχής και διευρύνει τις πνευματικές και τις ψυχικές ικανότητες. Έτσι, το σώμα γίνεται καλλιτεχνικό μέσο της εξερεύνησης του υποσυνειδήτου και οδηγεί στην ψυχική λύτρωση, στη μεταφορά σε ανώτερα ενεργειακά επίπεδα και στον εσωτερικό διαλογισμό. Το κοινό καλείται να συμμετάσχει, να απελευθερωθεί από τις κοινωνικές προκαταλήψεις και να βιώσει την ψυχική υπέρβαση μέσα από τα συναισθήματα που προκαλούν οι παραστάσεις της.

Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Πουρνάρα «Καθημερινή» 23/9/2007

Ο παππούς της ήταν πατριάρχης της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και δηλητηριάστηκε μαζί με τον βασιλιά Πέτρο τον Α΄ σε ένα δείπνο από τον γιατρό του μονάρχη το 1938. Ο παρτιζάνος πατέρας της ήταν κομμουνιστής, άθεος και ήρωας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η μητέρα της εντάχθηκε αργότερα στο κομμουνιστικό κόμμα και τη δεκαετία του 1960 ήταν διευθύντρια του Μουσείου Τέχνης και Επανάστασης στο Βελιγράδι. Κηδεύτηκε πριν λίγο καιρό με τιμές στρατηγού. Ακούγεται σχεδόν ειρωνικό αλλά η οικογένεια της Μαρίνας Αμπράμοβιτς, της κορυφαίας περφόρμερ διεθνώς, συμπυκνώνει την πρόσφατη ιστορία της Σερβίας. Καμωμένη από αντιφατικά γονίδια, η γεννημένη το 1946 καλλιτέχνιδα, διατηρεί αλώβητη την βαλκανική ψυχή της, κάνοντας περφόρμανς σαν να μην υπάρχει αύριο. Έχει πλύνει για ώρες έναν σκελετό σε μια σκάφη, έχει φάει κρεμμύδια μέχρι που δεν είχε άλλα δάκρυα, έχει αφήσει τους θεατές να την χαρακώσουν και να την απειλήσουν με πιστόλι (που η ίδια τους έδωσε), έχει καταπιεί ψυχοφάρμακα μπροστά στο κοινό, έχει πέσει λιπόθυμη από έλλειψη οξυγόνου. Κοντολογίς έχει φθάσει τον εαυτό της στα άκρα, όχι για να εκτονώσει έναν μαζοχισμό αλλά για να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε κάποια πράγματα. Τα κατάφερε; Η «Κ» μιλάει με την διάσημη περφόρμερ με την ευκαιρία του αφιερώματος με νέες και παλιές δημιουργίες της στην αίθουσα τέχνης Καππάτος τον Οκτώβριο. Η τελευταία έκθεση της στην γκαλερί το 1999 είχε προσελκύσει εκατοντάδες επισκέπτες με μια σημαντική περφόρμανς στα εγκαίνια.

– Τι θα παρουσιάσετε στην Αθήνα;

– Θα δείξω στο ελληνικό κοινό μια μείξη από παλιά και νέα έργα σε μια έκθεση με τίτλο «Present Past Present». Συμπίπτει με μια περίοδο που εξετάζω ό,τι έχω κάνει στη ζωή μου με φρέσκια ματιά. Δεν θα πραγματοποιήσω περφόρμανς. Άλλαξε και η προσέγγιση στη δουλειά μου. Κάνω δράσεις πολύ μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας πια. Η τελευταία κράτησε πολλές συνεχόμενες ημέρες, που δεν έχει καμία σχέση με σόου στα εγκαίνια. Στην Αθήνα θα δείξω βίντεο, τεκμηρίωση και μαγνητοσκοπημένες περφόρμανς.

– Έχετε πει ότι αγαπάτε την Ελλάδα, διότι σας θυμίζει την πατρίδα σας, τη Σερβία, αλλά χωρίς πόνο.

– Είναι αλήθεια. Είμαστε κοντά ψυχολογικά. Η θρησκεία, το φαγητό, η τάση να δραματοποιούμε τα πάντα. Έχω κάνει έργα που μιλάω για τον πόνο που νιώθω για την πατρίδα μου, όπως εκείνο που βραβεύτηκε στην Μπιενάλε Βενετίας το 1997 με τίτλο «Balkan Baroque», όπου έπλενα για ημέρες κόκαλα ζώων, θρηνώντας. Αν δείτε το έργο σήμερα, θα μπορούσε να αφορά οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο που αντιμετωπίζει μια πολεμική σύρραξη. Η Γκερνίκα δεν είναι ισπανική αλλά διαχρονική και παγκόσμια. Ο χρόνος κρίνει τις καλλιτεχνικές δημιουργίες με αυτό το μέτρο: πώς στέκονται στο μέλλον, ποιο είναι το εκτόπισμά τους;

Ένα ταξίδι συνεχώς

– Σας αρέσει να είσαστε άπατρις και να ζείτε σαν νομάς;

– Μου αρέσουν πολύ τα αεροπλάνα και τα δωμάτια ξενοδοχείου. Τόπος κατοικίας μου είναι ο πλανήτης. Μπορεί να έχω σπίτι στο Άμστερνταμ εδώ και 30 χρόνια, αλλά έχω περάσει εκεί μονάχα 8 μήνες. Πάω όπου η δουλειά μου με πάει. Το ταξίδι είναι ο τόπος μου, η πραγματικότητά μου. Είναι ωραίο να είσαι άπατρις, να μην έχεις την αίσθηση της οικίας αλλά του μετεωρισμού και της περιπλάνησης. Άλλοι το θεωρούν χαοτικό, αλλά εγώ πιστεύω ότι μπορεί να είναι εξαιρετικά αφυπνιστικό και δημιουργικό. Νομίζω ότι τα περισσότερα προβλήματα των ανθρώπων ξεκινούν διότι παίρνουμε πολλά πράγματα ως δεδομένα και είμαστε υπάκουοι (ή ανυπάκουοι) σε μια σειρά από κανόνες που μας υπαγορεύει η μακροχρόνια παραμονή μας σε ένα μέρος.

– Πώς θα ορίζατε σήμερα τον χαρισματικό περφόρμερ; Εφευρετικό, τολμηρό, πολιτικά συνειδητοποιημένο;

– Ο ρόλος που πρέπει να έχουν οι καλλιτέχνες στην κοινωνία δεν έχει αλλάξει από τον καιρό του Μιχαήλ Αγγέλου. Πρέπει να πειραματίζονται, να θέτουν ερωτήματα, να είναι ειλικρινείς μέσα από τη δουλειά τους και κυρίως να είναι πομποί μηνυμάτων, που μπορούν να αφυπνίσουν το κοινό και να ανυψώσουν το πνεύμα. Στις ημέρες μας ακούμε περισσότερο για την εμπορευματοποίηση στην τέχνη. Σε κάθε εποχή υπήρχαν καλλιτέχνες που πίστευαν ότι η καταξίωση είναι χρήμα και φήμη. Έλεγα στους φοιτητές μου ότι αν έχουν αυτό τον στόχο τότε να παρατήσουν τη Σχολή Καλών Τεχνών την επόμενη ημέρα. Με τέτοιες προτεραιότητες δεν υπάρχει περίπτωση να βρεις το νόημα της τέχνης. Οι πραγματικοί καλλιτέχνες δεν δίνουν δεκάρα για τέτοια. Έχουν μέσα τους έναν πυρετό που τους κατακαίγει, πάθος. Η τέχνη είναι σαν την αναπνοή. Σκέφτεσαι ποτέ αν πρέπει να αναπνεύσεις;

– Ποια είναι η πιο σημαντική περφόρμανς που έχετε κάνει;

– Δεν μπορώ να τις ξεχωρίσω. Ποτέ δεν καταπιάνομαι με το παρελθόν, αλλά με το μέλλον. Τώρα κάνω εν γένει έναν απολογισμό αφότου πέθανε η μητέρα μου. Ξέρετε, ο άνθρωπος ενηλικιώνεται όταν πια έχει χάσει και τους δύο γονείς.

Η σχέση με τη μητέρα της

– Ποια ήταν η σχέση σας μαζί της; Τι σας έλεγε για τις περφόρμανς όπου συχνά έχετε διακινδυνεύσει τη ζωή σας;

– Πάντα είχαμε δυσκολία στην επικοινωνία. Η μητέρα μου ήταν ηρωίδα πολέμου (αν και ποτέ δεν μιλούσε για εκείνη την περίοδο) και όταν χώρισε με τον πατέρα μου, μας είχε επιβάλει σπίτι κάτι σαν στρατιωτικό νόμο. Μέχρι και τα 29 μου χρόνια που μέναμε μαζί, έκανα τις πιο ακραίες περφόρμανς, όπου έκαιγα και πετσόκοβα το σώμα μου αλλά ήμουν στο σπίτι στις 10.30 το βράδυ. Όσο και αν ακούγεται τρελό, με δίδαξε την πειθαρχία και την αυτοκυριαρχία. Δεν θα μπορούσα να είχα κάνει τίποτα αν δεν είχα αυτά τα δύο στοιχεία. Με τον καιρό ήταν υπερήφανη για μένα. Την καταλαβαίνω πάντως. Έπρεπε να αποδεχθεί ότι το παιδί της δεν είναι σαν όλα τ’ άλλα.

– Ποια είναι η αίσθηση της οικογένειας στα Βαλκάνια;

– Πολύ πιο συναισθηματική. Σκέφτεστε ποτέ να πετάξετε τη γιαγιά σας σε έναν οίκο ευγηρίας; Ευτυχώς έχουμε μιαν αίσθηση παλιομοδίτικης ηθικής στον καιρό της παγκοσμιοποίησης. Εμείς ζούμε συχνά μέσα στη δραματοποίηση. Οι Βορειοευρωπαίοι και οι Αμερικανοί ζουν μέσα στην κατάθλιψη. Oι οικογένειες το ίδιο.

«Ένα έργο τέχνης πρέπει να είναι σαν την τελευταία ημέρα της ζωής σου…»

– Γιατί επιδιώκατε να πηγαίνετε τον εαυτό σας στα άκρα των αντοχών σας;

– Είναι και αυτό ένα κομμάτι που ήθελα να διερευνήσω σε μένα. Τις περισσότερες φορές προσπαθούμε να κάνουμε πράγματα που μας αρέσουν. Κάνοντάς τα όμως παραμένουμε ίδιοι. Όταν όμως κληθούμε να αντιμετωπίσουμε κάτι εξαιρετικά δύσκολο όπως έναν θάνατο, μια ανίατη ασθένεια, ένα ατύχημα, τότε βλέπουμε να αναδύεται μια διαφορετική μας πτυχή. Τότε αλλάζουμε πραγματικά και βαθιά. Τι να την κάνεις την ευτυχία; Δεν έχει τίποτα να σου μάθει. Ο πόνος, η δυσκολία, το εμπόδιο, αντιθέτως, σε μεταβάλλει, σε διδάσκει ποιος είσαι, ενδεχομένως να σε δυναμώνει ή να σε κάνει και καλύτερο. Κυρίως σου δίνει να καταλάβεις τη φοβερή αξία τού «εδώ» και του «τώρα». Στις δυστυχισμένες στιγμές είμαστε παρόντες στη ζωή μας.

– Θέλετε να πείτε ότι συχνά απουσιάζουμε από τη ζωή μας;

– Ξέρετε από τι πάσχουμε σήμερα; Τρέχουμε στη δουλειά μας, βλέπουμε τηλεόραση με τις ώρες, ερωτευόμαστε. Είναι σαν να κρατάμε ένα τηλεκοντρόλ και αλλάζουμε κάθε τόσο κανάλι. Δεν έχουμε καθίσει ποτέ να δούμε σοβαρά τον εαυτό μας και τις ανάγκες του. Η ζωή μας είναι ένα ζάπινγκ και δεν το έχουμε αντιληφθεί καθόλου. Δεν τη ζούμε, την καταναλώνουμε. Είναι σαν να μπαίνουμε στο πετσί κάποιου άλλου. Πολλές φορές μέσα από τις περφόρμανς αντιλαμβάνομαι ότι γίνομαι ο καθρέπτης του κοινού. Πόσο συχνά όμως γινόμαστε ο δικός μας καθρέπτης; Χρειάζεται χρόνος και τεράστια αφοσίωση για να δούμε ποιοι είμαστε πραγματικά. Αυτός είναι και ο λόγος που στις τελευταίες μου περφόρμανς δίνω τόσο μεγάλη έμφαση στο θέμα του χρόνου. Διαρκούν ώρες, μέρες, εβδομάδες, σε έναν κόσμο που έχει μάθει να λειτουργεί μέσα στα 30 δευτερόλεπτα ενός διαφημιστικού σποτ.

– Από πού παίρνετε τις ιδέες σας;

– Δεν πιστεύω καθόλου πως ο καλλιτέχνης πρέπει να δουλεύει σε εργαστήριο. Τι είμαστε, γραφειοκράτες; Δεν γίνονται ωραία έργα κάθε μέρα και είσαι τυχερός αν κάνεις μερικά καλά στη ζωή σου. Πρέπει να κάνουμε χώρο στο μυαλό ώστε να έρθει η καινούργια ιδέα. Πολλές εμπνεύσεις μου έρχονται την ώρα που πίνω καφέ κοιτάζοντας το κενό ή ποτίζω τα λουλούδια. Το να μην κάνεις τίποτα είναι εποικοδομητικό.

Σοκ και συγκίνηση

– Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε συνέχεια σε μεγάλες εκθέσεις έργα γεμάτα σκληρότητα ή κυνισμό. Πώς σας φαίνονται;

– Στην τηλεόραση σήμερα λίγο μετά από πραγματικά πλάνα πολεμικών συγκρούσεων βλέπουμε ταινίες. Είναι τόσο πολλά τα κακά νέα, που το να θρηνείς και να στενοχωριέσαι μοιάζει με πολυτέλεια. Δείτε τις συγκρούσεις στο Ιράκ. Είναι σαν να έχουν γίνει σε κάποιο χολιγουντιανό στούντιο. Στο ΜΤV ή στις διαφημίσεις επώνυμων τζιν θα βρείτε την εικονογραφία από τις περφόρμανς που κάναμε το 1970. Τότε το να κόβεσαι ή να τρυπιέσαι ήταν κάτι αυθεντικό. Σήμερα είναι lifestyle, μόδα. Το σοκ δεν είναι αρκετό αν δεν μπορείς να συγκινήσεις τον άλλον. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι ούτε να τρομάξεις τον θεατή, αλλά να τον βοηθήσεις να συναισθανθεί την πνευματικότητα, να γίνει καλύτερος. Να τον κάνεις να νιώσει μέρος του έργου. Ο Μπρους Νάουμαν έλεγε ότι η τέχνη πρέπει να μιλάει για τη ζωή και τον θάνατο. Ακούγεται μελοδραματικό αλλά αυτό είναι. Αν κάνεις ένα έργο τέχνης με τέτοια ορμή, δύναμη και ευθύνη σαν να είναι η τελευταία ημέρα της ζωής σου, τότε, ναι, μπορείς να συγκινήσεις…

Ποια είναι

Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου του 1946 στο Βελιγράδι. Ήταν παιδί θαύμα και στα 12 της έκανε ήδη πίνακες ζωγραφικής. Σταδιακά, το ενδιαφέρον της στράφηκε στον πειραματισμό με τον ήχο, για να περάσει αργότερα στην περφόρμανς. Έκτοτε, θεωρείται μία από τις σημαντικότερες καλλιτέχνιδες που καταπιάνονται με αυτό το μέσο έκφρασης, μια ιέρεια της περφόρμανς που ξέρει να δίνει σε πράξεις καθημερινές τη μαγεία ενός τελετουργικού. Από τις πιο γνωστές της δουλειές είναι εκείνες που έκανε με τον για πολλά χρόνια σύντροφο της καλλιτέχνη Ουλάι: Το 1988 συναντήθηκαν έπειτα από τρίμηνη πεζοπορία στο Σινικό Τείχος για να «χωρίσουν» τους δρόμους τους.

Οι περισσότερες από τις περφόρμανς της ενείχαν κίνδυνο για την σωματική της ακεραιότητα – ενίοτε και την ίδια της τη ζωή. Έχει φτάσει το σώμα της στα όρια της αντοχής του, πιστεύοντας ότι ο πόνος απελευθερώνει από το φόβο του θανάτου. Από τα κορυφαία της έργα ήταν το «Βαλκανικό Μπαρόκ» με το οποίο κέρδισε την ύψιστη διάκριση στην Μπιενάλε της Βενετίας. Η έκθεση που θα παρουσιάσει στον Γεράσιμο Καππάτο είναι η δεύτερη ατομική της στην Ελλάδα.

Συνέντευξη στον Γιώργο Καρουζάκη «Ελευθεροτυπία 22/9/2007» :

Η Σέρβα περφόμερ, που γεννήθηκε στο Βελιγράδι το 1946, επιστρέφει στην Αθήνα. Μια αναδρομική παρουσίαση της δουλειάς της, περισσότερα από δέκα βίντεο με τις σημαντικότερες performances της γόνιμης πορείας της στη σύγχρονη τέχνη, εγκαινιάζει στις 17 Οκτωβρίου στον καινούργιο εκθεσιακό χώρο της «Αίθουσας Τέχνης Καππάτος» (Αθηνάς 12). Το έργο της, τολμηρό και βίαιο, ανιχνεύει τα όρια της συνείδησης, κινείται σε ευαίσθητες ψυχικές περιοχές αναζητώντας, πάντοτε, την πνευματική ανάταση και την αφύπνιση του κοινού. Εργαλείο της τέχνης της είναι το ίδιο της το σώμα. Είναι η γυναίκα που χάραξε με ξυράφι κόκκινα αστέρια στο σώμα της, περπάτησε επί μήνες στο Σινικό Τείχος, έμεινε νηστική για μέρες, βούρτσισε τα μαλλιά της επίμονα μέχρι να πέσουν, εκάθησε αιματοβαμμένη σ’ ένα σωρό από κόκαλα για να υπενθυμίσει τη φρίκη του πολέμου. «Κρατήστε μου λίγο αθηναϊκό ήλιο», είπε στην τηλεφωνική μας επικοινωνία. Βρισκόταν στη βροχερή Νέα Υόρκη.

– Αισθάνεστε σαν «γιαγιά της περφόμανς», όπως είχατε δηλώσει παλιότερα;

«Έκανα αυτή τη δήλωση σε μια στιγμή που ένιωθα πρωτοπόρος και βετεράνος του είδους. Όταν ξεκινούσα τη δεκαετία του ,70 ελάχιστοι καλλιτέχνες ασχολούνταν με την περφόρμανς. Παρόμοιες αναζητήσεις δεν ενδιέφεραν καθόλου τους εκπροσώπους της καθιερωμένης τέχνης».

-Τι άλλαξε από τότε;

«Πάρα πολλά. Πρώτ’ απ’ όλα οι κοινωνικές συνθήκες. Η περφόρμανς ήρθε σαν συνέχεια της μίνιμαλ τέχνης. Επίσης οι δράσεις του κινήματος Φλούξους και τα Χάπενινγκς διέφεραν ουσιαστικά από την περφόρμανς επειδή ακολουθούσαν κανόνες και το κοινό μπορούσε να παρέμβει και ν’αλλάξει τη φύση της εικαστικής πράξης. Η περφόρμανς επέστρεψε τους καλλιτέχνες στο ίδιο τους το σώμα, το οποίο άρχισε να αποκτά τη σημασία εργαλείου, αντικειμένου αλλά και θέματος υπό διερεύνηση. Στο τέλος, όμως, της δεκαετίας του ,70 το ενδιαφέρον για την περφόρμανς άρχισε να εξαντλείται. Κυρίως μετά τις πιέσεις της αγοράς, όταν οι ντίλερ και οι γκαλερίστες παραπονούνταν ότι δεν είχαν τι να πουλήσουν. Η περφόρμανς, βλέπετε, είναι ένα αρκετά εφήμερο είδος τέχνης και οι βιντεοσκοπήσεις εκείνης της εποχής ήταν ακόμα πολύ κακής ποιότητας για να την αποτυπώσουν. Οι καλλιτέχνες, αντιμετωπίζοντας προβλήματα επιβίωσης, υπέκυψαν στις πιέσεις. Είχα περάσει κι εγώ τότε μια πολύ δύσκολη περίοδο, ήταν αδύνατον όμως να επιστρέψω στη ζωγραφική ή τη γλυπτική. Στα τέλη της δεκαετίας του ,80 το ενδιαφέρον για την περφόρμανς ζωήρεψε κυρίως στα κλαμπ και στην γκέι κοινότητα, ενώ στη δεκαετία του ‘90 ο ισχυρός φόβος του θανάτου με την εμφάνιση του AIDS έστρεψε το ενδιαφέρον αρκετών καλλιτεχνών στη “συνείδηση” του σώματος. Σήμερα διαφορετικές εκδοχές του είδους εντοπίζονται σε βίντεο εγκαταστάσεις, στο θέατρο, στο χορό, στην αισθητική του MTV, στο Ιντερνετ. Το κοινό εμπλέκεται διαρκώς σε ανάλογες αναζητήσεις. Τελικά η περφόρμανς είναι ένα ζωντανό, διαρκώς μεταβαλλόμενο μέσο».
-Ποιες θεωρείτε τις πιο δυνατές performances της πορείας σας;

«Αυτό το ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει και η έκθεσή μου στην Αθήνα. Δεν είναι όλες οι δουλειές ενός καλλιτέχνη το ίδιο σημαντικές, ενώ κατά καιρούς επαναπροσδιορίζεται η αξία τους. Οι performances που επανέρχονται διαρκώς στο μυαλό μου είναι εκείνες που έκανα με τον πρώην σύντροφο μου, τον Ουλάι. Ιδιαιτέρως η τρίμηνη πεζοπορία μας στο Σινικό Τείχος πριν χωρίσουμε οριστικά, το “Balkan Baroque”, έργο στο οποίο διαπραγματεύτηκα την ιστορία του πολέμου με αφορμή την τραγωδία της πατρίδας μου, και το πρόσφατο “Seven easy pieces” με την αναβίωση παλαιότερων έργων για το Μουσείο Γκουγκενχάιμ της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για την αναβίωση δύο δικών μου performances και παλαιότερων που σημάδεψαν την ιστορία του είδους: “Body Pressure” του Μπρους Νάουμαν, “Seedbed” του Vito Acconci και “How to explain pictures to a dead Hare” του Γιόζεφ Μπόις κ.ά. Θεωρώ ότι η αναβίωση μιας περφόρμανς είναι ο μόνος τρόπος να τη διατηρήσεις στη ζωή, η μνήμη και η βιντεοσκόπηση δεν αρκούν».

-Αναφερθήκατε στο «Balkan Baroque», ένα συγκλονιστικό, αντιπολεμικό έργο. Αρκετοί σάς θυμούνται ακόμα να κάθεστε αιματοβαμμένη, ανάμεσα σε σωρούς από κόκαλα και να προσπαθείτε να ξεπλυθείτε από το αίμα…

«Κάθε καλλιτέχνης νιώθει τυχερός τη στιγμή που μπορεί να συναντηθεί και να εμπλακεί με το κοινό. Η δύναμη αυτού του έργου δεν είναι η προφανής πολιτική του διάσταση. Δεν θεωρώ ότι κάνω πολιτική, φεμινιστική ή οποιασδήποτε άλλης κατηγορίας τέχνη. Το “Balkan Baroque” είχε εκκίνηση τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία αλλά εξελίχθηκε ώστε να αφορά κάθε τραγωδία του πλανήτη. Μου έρχεται στο μυαλό ένα κριτικό σχόλιο της Σούζαν Σόντανγκ για τον τρόπο που οι Αμερικανοί αντέδρασαν στην επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. “Γιατί η ζωή των Αμερικανών να είναι σημαντικότερη από τις ζωές των πολιτών άλλων χωρών; Παντού, κάθε λεπτό στον κόσμο, υπάρχει μια 11η Σεπτεμβρίου”, έλεγε. Κι εγώ ξεκίνησα από ένα βαθύ προσωπικό κίνητρο για να δημιουργήσω ένα οικουμενικό έργο. Οσο πιο βαθιά καταδύεσαι στον εαυτό σου, όσο πιο ειλικρινής και αληθινός είσαι τόσο περισσότερους ανθρώπους αγγίζεις. Αυτή είναι και η δύναμη της τέχνης, να συγκινεί και να ανυψώνει το πνεύμα».

-Από ποιες πνευματικές ή καλλιτεχνικές «πηγές» αντλήσατε;

«Ποτέ δεν εμπνεύστηκα από άλλον καλλιτέχνη. Δεν με ενδιέφερε ποτέ η τέχνη από δεύτερο χέρι. Ταξίδεψα σε απομακρυσμένες περιοχές του πλανήτη, στη Νέα Γουινέα και αλλού. Εμπνεύστηκα από τη ζωή και τα τελετουργικά διαφόρων φυλών, τους Αβορίγινες και τους Θιβετιανιούς. Άντλησα από τους πολιτισμούς εκείνους, που ορισμένοι επειδή δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν θέλησαν απλώς να τους αφανίσουν με τη βία».
-Μπορεί τελικά η τέχνη να επηρεάσει τις ζωές των ανθρώπων;

«Το κοινό της σύγχρονης τέχνης είναι κουρασμένο από την πληθώρα εικαστικών γεγονότων. Η τέχνη αντιμετωπίζεται ξεκάθαρα ως καταναλωτικό προϊόν. Φέτος, για παράδειγμα, ο κόσμος της τέχνης τρέχει ασταμάτητα από την Μπιενάλε της Βενετίας στην “Ντοκουμέντα” στο Κάσελ, στο Μίνστερ και μετά στις Μπιενάλε Κωνσταντινούπολης, Αθήνας και Λυών. Θεωρώ ότι οι καλλιτέχνες είναι αδύνατο να δημιουργήσουν σημαντικά έργα σε όλες αυτές τις διοργανώσεις και σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Επιπλέον βομβαρδιζόμαστε συνεχώς με εικόνες από την τηλεόραση, το Ιντερνετ, από παντού. Είμαστε ανίκανοι να αντιδράσουμε πια στο θάνατο και στην τραγωδία. Σε αυτό τον καταιγισμό εικόνων πρέπει να υπάρχουν έργα που να μπορούν να σε ταρακουνήσουν με το βαθύ, συναισθηματικό τρόπο που η τέχνη θα όφειλε να έχει. Οι καλλιτέχνες πρέπει να είναι σε εγρήγορση, όπως βεβαίως και το κοινό προκειμένου να δημιουργηθεί αυτή η “χημική” ένωση που θα απογειώσει το έργο τέχνης».
-Μεγαλώσατε σ’ ένα αυστηρό, στρατιωτικό οικογενειακό περιβάλλον. Πόσο επηρέασε την τέχνη σας;

«Πέρασα μια περίοδο ισχυρής αντίδρασης σε αυτό, θέλοντας να απελευθερωθώ από την επιρροή της οικογένειάς μου. Σήμερα ευγνωμονώ τους γονείς μου για την ανατροφή που μου έδωσαν. Το είδος της τέχνης μου απαιτεί τεράστια ψυχική δύναμη και πειθαρχία. Ιδιαιτέρως όταν καλείσαι να μείνεις εφτά ώρες ακίνητος χωρίς να κουνήσεις ούτε ένα βλέφαρο ή σε μια κατάσταση που δεν αισθάνεσαι τον πόνο».

-Πώς θα περιγράφατε την πνευματική και την ψυχική σας κατάσταση τη στιγμή μιας δύσκολης περφόρμανς;
«Είσαι πομπός και δέκτης την ίδια στιγμή. Αισθάνεσαι σχεδόν σωματικά το κάθε άτομο που βρίσκεται στην αίθουσα. Λαμβάνεις τα αισθήματα του κόσμου, τα ανακυκλώνεις εντός σου και τα επιστρέφεις. Η διαδικασία σε εφοδιάζει με ενέργεια πολλαπλάσια από αυτή που διαθέτεις στην κανονική ζωή. Έχεις τη δυνατότητα να συνεπάρεις το κοινό και να το μεταφέρεις σ’ ένα χώρο που ο χρόνος μοιάζει ακινητοποιημένος. Είσαι ταυτόχρονα ένα αδειανό και γεμάτο δοχείο».

————————————————-

From the early 70’s, Marina Abramović has been one of the pioneers of performance art. Her body has always been a medium and an object. While exploring her own physical and spiritual boundaries, she has put herself through tremendous hardships, pain, deprival, and danger. The result of these trials is that she transports herself to unique and extreme situations of emotional and spiritual experience.

This retrospective brings many of her most important performances to Greece for the first time. Very important work in the history of art will be shown through videos and photographs.

Marina Abramović approaches creativity through a series of live performances, starring herself, that set themselves apart for their simultaneous brutality and their deeply spiritual content. She never hesitated to use her own body to show the viewer the close relationship between spiritual strength and physical pain, she has whipped herself, cut herself with a knife, taken psychiatric medication, laid down amongst flames, taken her clothes off on ice, all in the presence of a live audience.

Through these physical processes, she is testing the boundaries of physical endurance and expands her spiritual and mental abilities. The body becomes another material that allows the artist to explore the subconscious, leading her to liberation, transferring her to higher energy levels, and deeper meditation. The audience is invited to participate, to seek liberation from social preconceptions, and to overcome mental barriers, simply by observing the feelings of uneasiness Abramović’s performances create in them.

Interview by Margarita Pournara “Kathimerini”  23/9/2007

Marina Abramović’s grandfather was the Patriarch of the Serbian Orthodox Church, and was poisoned along with king Peter A’ in 1938 at a dinner by the monarch’s doctor. Her partisan father was a communist, an atheist, and a hero of the WWII. Her mother joined the communist party later on, and 1960s became director of the Museum of Art and Revolution in Belgrade. She was recently buried with an army general’s ceremony. It may sound ironic but Marina Abramović’s family history summarizes Serbia’s recent history. Born in 1946, she keeps her Balcan heart alive and strong, performing for years as if there was no tomorrow. She has eaten onions till she had no tears left, she has asked audience members to slash her, and to threaten her with a gun (that she gave to them), she has taken psychotherapeutic drugs in front of the audience, passed out from lack of oxygen, and much more. She continuously brings herself to the limits, not out of masochism, but to help us realize certain truths. She has succeeded.

What will you be showing in Athens?

I will show the Greek audience some new and some old work, the exhibition is titled “Present Past Present”. It coincides with the fact that I am currently re-examining my work from a fresh perspective. I won’t be doing any performances. I approach to my work has changed. My performances last much longer now. The last one took place over many consecutive days, it had nothing to do with a opening ceremony performance. In Athens I will be showing videos, documentations, and recordings of performances.

You have said that you love Greece because it reminds you of your country, Serbia, but without pain.

It is true. Our mentalities are similar. The religion, the food, the tendency to dramatize everything. I have created works in which I talk about the pain I feel for my country. One was awarded a prize at the 1997 Venice Bienial, “Balcan Baroque”, in which I spent days washing animal bones while mourning. If you saw that piece today it would be relevant for any country that is currently at war. “Guernica” is not just Spanish, it is universal and timeless. Time judges art based on how well they faire in the future.

A constant journey

Do you enjoy not having a country and living like a nomad?

I love airplanes and hotel rooms. My place of residence is the planet. I may have a house in Amsterdam the past 30 years, but I have only spent 8 months there. I go where my work takes me. Traveling is my reality. I like not having a country, to not have the feeling of a home, but to have one of wondering. Others find this chaotic but I believe it can be extremely creative and awakening. I believe that most people have problems because they take things for granted and adhere to certain rules that require us to remain in one place over long periods of time.

How would you describe a charismatic performer? Ingenious? Daring? Politically aware?

The artist’s role in society has not changed since the time of Michael Angelo. They have to experiment, ask questions, be honest, and deliver messages that could awaken their audience and elevate their spirit. These days we mostly hear about the commercialization of art. Every era has artists that believed that success was determined my fame and fortune. I used to tell my students that if that is their goal they should leave Art School immediately. With those priorities there is no way you will ever find meaning in art. True artists don’t care about these things. They have passion that burns within. Art is like breathing to them. Do you ever think about having to breath?

Which is your most important performance?

I cannot say. I never think about the past too much, I focus on the future. I am currently re-evaluating things since my mother died. You know a person becomes an adult when he loses both his parent.

Her relationship with her mother

What was you relationship with your mother like? What did she have to say about the performances where you risked your life?

We always had trouble communicating. My mother was a war hero (although she never spoke about that time) and when she divorced my father, she imposed military rules at home. I did my most extreme performance until I was 29 years old, while I lived with her. I burnt and cut my body but I was back home by 10.30 at night. It may sound crazy but she taught me discipline and self-assertion. I wouldn’t have succeeded in doing anything if I didn’t have those two traits. Over time she became proud of me. I do understand he though. It had to be proven that her kid was not like the others.

What does family mean in the Balcans?

It’s much more emotional. Would you ever imagine throwing your grandmother in an old person’s home? Luckily we have old-fashioned ethics in a time of globalization. We often live in dramatization. Northern Europeans and American live in depression. As do families.

“A work of art has to be like the last day of your life…”

Why do you try to push yourself to the very edge of your limits?

It is the part of me I want to explore. Most of the times we try to do things we like. By doing them we remain the same. When we are called upon to deal with something very difficult like a death, a fatal illness, an accident, that is when we start seeing a different side of ourselves. Only then do things really change. What do you need happiness for? It has nothing to teach you. While pain, difficulty, obstacles, they transform you, they teach you who you are, they could make you stronger or even make you better. Most of all they make you realize how important ‘here and now’ are. In misery we are present in our life.

Do you mean to say that we are often absent from our lives?

Do you know what we suffer from today? We run around for our job, we watch hours television, we fall in love. Its like we are holding the remote control and are flipping through the channels. We have never sat still to give a good look at ourselves and our need. Our life is just like flipping channels and we haven’t even realized it. We are not living it, we are consuming it. Its like we are entering someone else’s skin. Often in performances, I realize I become a mirror to the audience. How often though, do we become our own mirror? It takes time and huge determination to understand who we really are. This is why I have been giving so much importance to time in my last performances. They last hours, days, weeks, when the audience is used to functioning within 30 seconds, the time of one commercial.

Where do you get your ideas from?

I don’t believe that an artist has to work in a studio. What are we? Bureaucrats? Good works of art don’t come around every day and you are lucky if you create a few in your life. We have to create space in our heads for new ideas to come. A lot of my inspiration comes when I am drinking coffee staring into space, or when I am watering the flowers. Doing nothing is rewarding.

Shock and emotion

The past few years we keep seeing exhibitions of works full of brutality or cynicism. What do you think of them?

When watching television, straight after watching real war situations on the news, we watch movies. There is so much bad news that mourning and being sad seem like luxuries. Look what’s happening in Iraq. It’s like they are living on a Hollywood studio. While watching Mtv and a famous jean commercials you will see iconography from a performance we did in 1970. Back then cutting yourself or piercing yourself was authentic. These days it’s a lifestyle, or fashion. Its not enough to be shocking you have to also stir some emotions in the viewer. You don’t want to scare the audience, you want to help them feel the spirituality, become better. You want them to feel like they are part of the work. Bruce Nauman used to say that art has to deal with life and death. It may sound melodramatic but its true. If you make a work of art with such force, strength, and responsibility, as if it were the last day of your life, then, yes, you can provoke emotions…

Who she is

Marina Abramović was corn on November 30th 1946, in Belgrade. She was a child genius, painting by the age of 12. She gradually became more interested in experimenting with sound, and later moved on to performances. Ever since, she has been considered one of the most important performance artists, a performance priestess that knows how to give every day activities ceremonial magic. Some of her most famous works are those done with her partner of many years Ulay. In 1988, they met after a three month hike around the Great Wall of China only to ‘part’ ways.

Most of her performances put her physical well being at risk, sometimes even her life. Her body had reached the edge of its limits, believing that pain liberated from fear of dieing. One of her best works is “Balcan Baroque”, which led her to be awarded the Venice Bienial’s Price.

Interview by George Karouzaki “Eleftherotypia”  22/9/2007

Do you feel like the ‘grandmother’ of performance art, as you had once said yourself?

I said that at a time when I was feeling like a pioneer and a veteran of performance art. When I was starting out, in the ‘70s, there were very few artists working on performance. Most representatives of art at the time were not interested in exploring the same things.

What has changed since then?

A lot. First of all society. Performance came as a continuation of Minimalism. Fluxus actions and happenings were very different, they followed rules and the audience could interfere and change the artistic outcome. Performance allowed artists to use their own bodies as a tool, an object, a topic of exploration. But, at the end of the ‘70s people started losing interest in performance art. Specially after the market crashed, dealers and galleries started to complain that they had nothing to sell. You see, performances are temporary and video recordings were not very good quality at the time. Artists were struggling to survive, they gave in to the pressures. I also went through a difficult time, but it was impossible for me to go back to painting and sculpture. By the end of the ‘80s, performance art was regaining popularity, especially in nightclubs and among the gay community. In the ‘90s, the strong fear of death that was brought on by the appearance of AIDS turned many artists’ attention onto ‘awareness’ of the body. Today different kinds of performances can be found in video installations, theater, dance, Mtv aesthetics, and the internet. The audience is constantly involved in similar explorations. Performance art is alive, constantly transforming and re-inventing itself as a form of expression.

Which do you consider to be the strongest performances of your career?

This is the question the exhibition in Athens is trying to answer. All of an artist’s works are not equally important, every so often one has to re-evaluate though. The performances that keep coming to my mind are the ones I did with my ex-partner Ulay. Especially out three month hike at the Great Wall of China before we officially separated, ‘Balcan Baroque’, a piece where I negotiate the history of war as a result of the tragedy my country is going through, and the most recent ‘Seven Easy Pieces’ , reincarnating older works for the Guggenheim Museum in New York. I am planning on bringing two of my own performances back to life, as well as older ones that have been pivotal in performance art’s history: ‘Body Pressure’ by Bruce Nauman, ‘Seedbed’ by Vito Acconci, and ‘How to explain pictures to a dead Hare’ by Joseph Beuys. I believe that bringing performances back is the only way to keep them alive, memory and video recordings do not suffice.

You mentioned to ‘Balkan Baroque’, a ground breaking anti-war piece. Many can still remember you covered in blood, sitting amongst the piles of animal bones, trying to get rid of the blood…

Every artists feels lucky the moment he can meet and interact with the audience. The power of this piece is not in its obvious political perspective. I don’t consider myself to be a political, feminist, or any other category of artist. “Balcan Baroque’s” started with the Yugoslavian war in mind but has developed into being about every tragedy happening on the planet. A comment by Suzan Sontang is coming to mind. When criticizing the way American’s reacted to the attack on September 11th, she said “Why are American lives more important that those of people from other countries? Everywhere else, every minute, there is a September 11th happening”. In the beginning, I also had a very personal motive and ended up creating a universal piece. The deeper you go into yourself, the more honest and true you are, the more people you touch. This is the power of art, to evoke emotions, and to elevate the spirit.

From what spiritual or artistic sources do you get your inspiration?

I was never inspired by other artists. I never cared about second hand art. I traveled to far away places of this planet, New Guinea and more. I have been inspired by life and various tribal ceremonies, Aboriginals and Tibetans. I have drawn inspiration from civilizations that have been violently prosecuted because others were not willing to understand them.

Can art affect people’s lives?

The modern art followers are tired from the abundance of artistic events. Art is being approached as a consumerist product. This year for instance, the art world will be very busy running from the Venice Biennial to Documenta in Kassel, then Minster, then the Istanbul Biennial, Athens, Lyon… I believe that it is impossible for artists to create important works for all these events in such a short time. On top of which they are constantly bombarded with images from the television, the Internet, and all around. We are incapable of reacting to death and tragedy any more. In this flood of images there should be some works of art that shake us up deep inside, touching emotions the way art ought to do. The artist has to be alert, as should the audience in order for there to be the ‘chemistry’ necessary for the work of art to take off.

You grew up in a strict, military family environment. How much did that affect your art?

I went through a period where I was strongly reacting to that, I wanted to liberate myself from the influence of my family. Today I am grateful for my parents and the way they raised me. The kind of art I make requires a lot of mental strength and discipline. Especially when you are asked to stay immobile for seven hours without moving an eyelash or in a situation where you don’t feel the pain.

How would you describe your spiritual and mental state during a difficult performance?

You are a transmitter and a receiver at the same time. You almost feel every person that is in the room. You understand what they are feeling, you recycle their feelings inside you, and you return them. The process fuels you with much more energy than you have in your everyday life, the process multiplies it. You have the capacity to captivate the audience and transport them to a place where it seems that time has stood still. You are simultaneously a full and an empty vessel.